Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to animadvert
01
εκφράζω ανοιχτά τη γνώμη μου χωρίς φόβο ή δισταγμό, εκφράζω τη γνώμη μου δημόσια και χωρίς φόβο
express one's opinion openly and without fear or hesitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
animadvert
γ΄ ενικό πρόσωπο
animadverts
ενεστώτα μετοχή
animadverting
απλός αόριστος
animadverted
παθητική μετοχή
animadverted
02
κριτικάρω αυστηρά, κατηγορώ
express blame or censure or make a harshly critical remark



























