genu
genu
d‌ʒɛnu:
dzhenoo

Ορισμός και σημασία του "genu"στα αγγλικά

01

γόνατο, άρθρωση του γονάτου

hinge joint in the human leg connecting the tibia and fibula with the femur and protected in front by the patella 
genu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
genua

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store