genetic disorder
ge
ʤɛ
τζε
ne
ˈnɛ
νε
tic
tɪk
τικ
di
ντι
sor
so:r
σωρ
der
dər
νταρ
/dʒɛnˈɛtɪk dɪsˈɔːdə/

Ορισμός και σημασία του "genetic disorder"στα αγγλικά

Genetic disorder
01

γενετική διαταραχή, κληρονομική ασθένεια

a disease or disorder that is inherited genetically
genetic disorder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
genetic disorders
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store