Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gene
01
γονίδιο, γενετική μονάδα
(genetics) a basic unit of heredity and a sequence of nucleotides in DNA that is located on a chromosome in a cell and controls a particular quality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
genes
Παραδείγματα
The gene responsible for eye color is inherited from both parents.
Το γονίδιο που είναι υπεύθυνο για το χρώμα των ματιών κληρονομείται και από τους δύο γονείς.
Λεξικό Δέντρο
genetic
gene



























