gender identity
Pronunciation
/dʒˈɛndɚɹ aɪdˈɛntɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "gender identity"στα αγγλικά

Gender identity
01

ταυτότητα φύλου, σεξουαλική ταυτότητα

a person's internal sense of being male, female, both, neither, or another gender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He discussed his gender identity with his counselor.
Συζήτησε την ταυτότητα φύλου του με τον σύμβουλό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store