gemstone
gem
ˈʤɛm
jem
stone
stəʊn
stewn

Ορισμός και σημασία του "gemstone"στα αγγλικά

01

πολύτιμος λίθος, κόσμημα

a crystalline rock that can be cut and polished for jewelry 
gemstone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gemstones

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gemstone

gem

+

stone

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store