Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gastroscopy
01
γαστροσκόπηση, ενδοσκόπηση του στομάχου
a procedure using a flexible tube with a camera to examine the stomach through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gastroscopies
Παραδείγματα
Gastroscopy played a significant role in identifying and treating issues in my digestive system.
Η γαστροσκόπηση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αναγνώριση και τη θεραπεία των προβλημάτων στο πεπτικό μου σύστημα.



























