Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gastrointestinal disorder
/ɡˈæstɹɔɪntˌɛstɪnəl dɪsˈoːɹdɚ/
Gastrointestinal disorder
01
γαστρεντερική διαταραχή, ασθένεια από τροφική δηλητηρίαση
illness caused by poisonous or contaminated food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gastrointestinal disorders



























