Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to garland
01
στολίζω με γιρλάντα, διακοσμώ με στεφάνι
to decorate with a wreath or string of flowers, leaves, or other materials
Transitive: to garland sth with flowers and plant leaves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garland
γ΄ ενικό πρόσωπο
garlands
ενεστώτα μετοχή
garlanding
απλός αόριστος
garlanded
παθητική μετοχή
garlanded
Παραδείγματα
The balcony was beautifully garlanded with twining vines, creating a picturesque outdoor space.
Το μπαλκόνι ήταν όμορφα στολισμένο με γιρλάντες από ελιγόμενες κληματαριές, δημιουργώντας ένα γραφικό εξωτερικό χώρο.
Garland
01
γιρλάντα, στεφάνι λουλουδιών
flower arrangement consisting of a circular band of foliage or flowers for ornamental purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garlands
02
ανθολογία, συλλογή
an anthology of short literary pieces and poems and ballads etc.



























