gargle
gar
ˈgɑ:r
γκαρ
gle
gəl
γκαλ
/ɡˈɑːɡə‍l/

Ορισμός και σημασία του "gargle"στα αγγλικά

01

στοματικό διάλυμα, υγρό για γαργάρα

a medicated solution used for gargling and rinsing the mouth
gargle definition and meaning
02

γαργαρητό, ήχος γαργαρίσματος

the sound produced while gargling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gargles
to gargle
01

γαργαρίζω, κάνω γαργάρα

to swirl a liquid in one's mouth and throat, to maintain oral hygiene
Intransitive: to gargle with a liquid
to gargle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gargle
γ΄ ενικό πρόσωπο
gargles
ενεστώτα μετοχή
gargling
απλός αόριστος
gargled
παθητική μετοχή
gargled
Παραδείγματα
When feeling under the weather, he would gargle with a herbal concoction to soothe his throat.
Όταν αισθανόταν αδύναμος, έκανη γαργάρα με ένα βότανο για να ηρεμήσει τον λαιμό του.
02

γαργαρίζω, μιλώ με γαργαριστή φωνή

to speak in a rough, bubbling tone, as if making a gargling sound
Transitive: to gargle words
Παραδείγματα
He gargled his response, trying to be funny with a silly voice.
Έκανε γαργάρα την απάντησή του, προσπαθώντας να είναι αστείος με μια ανόητη φωνή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store