Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gargle
01
στοματικό διάλυμα, υγρό για γαργάρα
a medicated solution used for gargling and rinsing the mouth
02
γαργαρητό, ήχος γαργαρίσματος
the sound produced while gargling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gargles
to gargle
01
γαργαρίζω, κάνω γαργάρα
to swirl a liquid in one's mouth and throat, to maintain oral hygiene
Intransitive: to gargle with a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gargle
γ΄ ενικό πρόσωπο
gargles
ενεστώτα μετοχή
gargling
απλός αόριστος
gargled
παθητική μετοχή
gargled
Παραδείγματα
After brushing her teeth, she likes to gargle with mouthwash for a refreshing feeling.
Αφού πλύνει τα δόντια της, της αρέσει να κάνει γαργάρα με στοματικό διάλυμα για μια δροσερή αίσθηση.
02
γαργαρίζω, μιλώ με γαργαριστή φωνή
to speak in a rough, bubbling tone, as if making a gargling sound
Transitive: to gargle words
Παραδείγματα
He gargled his words in a tired, groggy voice early in the morning.
Γαργάριζε τις λέξεις του με μια κουρασμένη, νυσταγμένη φωνή νωρίς το πρωί.



























