galling
ga
ˈgɔ:
gaw
lling
lɪng
ling
haulingcallingcrawlingstalling

Ορισμός και σημασία του "galling"στα αγγλικά

01

ενοχλητικός, εκνευριστικός

marked by causing irritation and annoyance 
galling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most galling
συγκριτικός βαθμός
more galling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His galling remarks about her work ethic irritated her. 

Οι ενοχλητικές παρατηρήσεις του για την εργασιακή της ηθική την ενοχλούσαν.

Λεξικό Δέντρο

galling
gall
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store