galling
Pronunciation
/ˈɡɔɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "galling"στα αγγλικά

01

ενοχλητικός, εκνευριστικός

marked by causing irritation and annoyance
galling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most galling
συγκριτικός βαθμός
more galling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His refusal to listen was particularly galling.
Η άρνησή του να ακούσει ήταν ιδιαίτερα ενοχλητική.

Λεξικό Δέντρο

galling
gall
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store