Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
galling
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
marked by causing irritation and annoyance
Παραδείγματα
His refusal to listen was particularly galling.
Η άρνησή του να ακούσει ήταν ιδιαίτερα ενοχλητική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ενοχλητικός, εκνευριστικός