Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gall bladder
01
χοληδόχος κύστη, χολοκύστη
a muscular organ next to the liver where bile is stored
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gall bladders
LanGeek



























