Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gabardine
01
γαμπαρντίνα, παλτό γαμπαρντίνας
a knee-length overcoat made from a heavy woolen material, often worn on top of traditional religious clothing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gabardines
02
γαμπαρντίνα, παντελόνι από γαμπαρντίνα
(usually in the plural) trousers made of flannel or gabardine or tweed or white cloth
03
γαμπαρντίνα, ύφασμα γαμπαρντίνα
a firm durable fabric with a twill weave



























