Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Future perfect
01
μέλλοντας τετελεσμένος, τετελεσμένος μέλλοντας
a verb tense that expresses an action that will be completed in the future before a specified point or event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
future perfects



























