full-term
full
fʊl
fool
term
tɜ:m
tēm

Ορισμός και σημασία του "full-term"στα αγγλικά

01

πλήρους διάρκειας, γεννημένος σε πλήρη διάρκεια

born after completing the normal pregnancy period 
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
pregnancy, medicine, development
Παραδείγματα
The baby was full-term and healthy. 

Το μωρό ήταν πλήρης κύησης και υγιές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store