Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fuck up
[phrase form: fuck]
01
τα κάνω θάλασσα, χαλώ
to botch, ruin, or make a serious mess of something
Dialect
American
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
fuck
ενεστώτας
fuck up
γ΄ ενικό πρόσωπο
fucks up
ενεστώτα μετοχή
fucking up
απλός αόριστος
fucked up
παθητική μετοχή
fucked up
Παραδείγματα
I fucked up the paint job and have to start over.
Κατέστρεψα το βάψιμο και πρέπει να ξεκινήσω από την αρχή.
02
καταστρέφω, τραυματίζω
to injure a body part badly
Dialect
American
slang
vulgar
Παραδείγματα
Years of hard labor fucked up his hands.
Χρόνια σκληρής δουλειάς κατέστρεψαν τα χέρια του.



























