Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fuck off
01
άντε γαμήσου, φύγε
used to tell someone to leave or go away
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He told the noisy kids to fuck off.
Είπε στα θορυβώδη παιδιά να φύγουν.
to fuck off
01
ενοχλώ, εκνευρίζω
to bother or frustrate someone persistently
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
This constant noise is really fucking me off.
Αυτός ο συνεχής θόρυβος με ενοχλεί πραγματικά.
02
φεύγω, ξεφεύγω
to leave someone or something behind, often irresponsibly
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
They fucked off without saying goodbye.
Έφυγαν χωρίς να πουν αντίο.
03
αυνανίζομαι, μαστουρβάρω
get sexual gratification through self-stimulation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
fuck
ενεστώτας
fuck off
γ΄ ενικό πρόσωπο
fucks off
ενεστώτα μετοχή
fucking off
απλός αόριστος
fucked off
παθητική μετοχή
fucked off
04
τεμπελιάζω, δεν κάνω τίποτα
be lazy or idle



























