Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fuck off
01
άντε γαμήσου, φύγε
used to tell someone to leave or go away
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
Go fuck off and mind your own business.
Άντε γαμήσου και κοίτα τα δικά σου.
to fuck off
[phrase form: fuck]
01
ενοχλώ, εκνευρίζω
to bother or frustrate someone persistently
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
The delay really fucked him off.
Η καθυστέρηση τον ενοχλεί πραγματικά.
02
φεύγω, ξεφεύγω
to leave someone or something behind, often irresponsibly
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
The dog owner fucked off and left the leash behind.
Ο ιδιοκτήτης του σκύλου έφυγε και άφησε το λουρί πίσω.
03
αυνανίζομαι, μαστουρβάρω
get sexual gratification through self-stimulation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
fuck
ενεστώτας
fuck off
γ΄ ενικό πρόσωπο
fucks off
ενεστώτα μετοχή
fucking off
απλός αόριστος
fucked off
παθητική μετοχή
fucked off
04
τεμπελιάζω, δεν κάνω τίποτα
be lazy or idle



























