frypan
fry
ˈfraɪ
φραι
pan
pæn
παιν

Ορισμός και σημασία του "frypan"στα αγγλικά

01

τηγάνι, κατσαρόλα

a pan used for frying foods 
frypan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
frypans

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

frypan

fry

+

pan

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store