Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Angiology
01
αγγειολογία
a medical specialty that focuses on the diagnosis and treatment of diseases related to blood vessels, including arteries, veins, and lymphatics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
angiologies
Παραδείγματα
Angiology experts, called angiologists, help with conditions like varicose veins and blood clot issues.
Οι ειδικοί στην αγγειολογία, που ονομάζονται αγγειολόγοι, βοηθούν σε καταστάσεις όπως οι κιρσοί και τα προβλήματα θρόμβωσης του αίματος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
angiologist
angiology
angio



























