Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Front porch
01
μπροστινή βεράντα, μπροστινή στοά
a covered area at the entrance of a house, typically extending from the front of the building and providing a space for relaxation or socializing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
front porches
Παραδείγματα
The family sat on the front porch, sipping lemonade and enjoying the sunset.
Η οικογένεια καθόταν στο μπροστινό βεράντα, πίνοντας λεμονάδα και απολαμβάνοντας το ηλιοβασίλεμα.



























