front door
front
frʌnt
φραντ
door
dɔr
ντορ
/ˈfrʌnt ˌdɔː/

Ορισμός και σημασία του "front door"στα αγγλικά

01

μπροστινή πόρτα, κύρια πόρτα

the main entrance to a person's house
front door definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
front doors
Παραδείγματα
The cat waited patiently by the front door, meowing eagerly for its owner's return.
Η γάτα περίμενε υπομονετικά δίπλα στην μπροστινή πόρτα, νιαουρίζοντας ανυπόμονα για την επιστροφή του ιδιοκτήτη της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store