angered
Pronunciation
/ˈæŋɡɝd/

Ορισμός και σημασία του "angered"στα αγγλικά

01

θυμωμένος, οργισμένος

marked by extreme anger
angered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most angered
συγκριτικός βαθμός
more angered
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store