Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fritter away
01
σπαταλώ, χαραμίζω
to slowly and carelessly waste or use up something, such as time, money, resources, or opportunities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
fritter
ενεστώτας
fritter away
γ΄ ενικό πρόσωπο
fritters away
ενεστώτα μετοχή
frittering away
απλός αόριστος
frittered away
παθητική μετοχή
frittered away
Παραδείγματα
He tends to fritter away his weekends by watching TV and playing video games.
Έχει την τάση να σπαταλά τα σαββατοκύριακά του βλέποντας τηλεόραση και παίζοντας βιντεοπαιχνίδια.



























