Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fringed
01
κροσσωτός, διακοσμημένος με κροσσούς
having decorative threads or strands hanging from the edge of a garment or material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fringed
συγκριτικός βαθμός
more fringed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
textiles, fashion, decoration
02
κροσσωτός, με διακοσμητική άκρη από κρεμαστά σχοινιά ή λωρίδες
having a decorative edging of hanging cords or strips
03
κροσσωτός, σκισμένος
having edges irregularly and finely slashed
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fringed
fringe



























