Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
French window
01
γαλλικό παράθυρο, γαλλική πόρτα
a French door situated in an exterior wall of a building
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
French windows



























