Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
French horn
01
γαλλικό κόρνο, κόρνο
a brass instrument with a curl in its tube and a flared bore that is played by valves
Dialect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
French horns



























