Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to freight
01
μεταφέρω, εφοδιάζω
to convey or transport cargo on a large scale
Transitive: to freight cargo somewhere
Παραδείγματα
The shipping company is freighting containers of electronics to various distribution centers.
Η εταιρεία ναυτιλίας μεταφέρει εμπορευματοκιβώτια ηλεκτρονικών σε διάφορα κέντρα διανομής.
02
φορτώνω, επιβιβάζω
to load cargo onto a vehicle or vessel for conveyance
Transitive: to freight a vehicle or vessel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
freight
γ΄ ενικό πρόσωπο
freights
ενεστώτα μετοχή
freighting
απλός αόριστος
freighted
παθητική μετοχή
freighted
Παραδείγματα
The workers are freighting the cargo ship with containers filled with goods bound for overseas markets.
Οι εργάτες φορτώνουν το φορτηγό πλοίο με εμπορευματοκιβώτια γεμάτα αγαθά προορισμού τις ξένες αγορές.
Freight
01
φορτίο, μεταφερόμενα αγαθά
goods carried by aircraft, trains, trucks, or ships; the transportation of goods using this method
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
εμπορευματοκιβώτια, μεταφορά εμπορευμάτων
transporting goods commercially at rates cheaper than express rates
03
ναύλος
the charge for transporting something by common carrier
Λεξικό Δέντρο
freighter
freight



























