Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Freedom
01
ελευθερία
the right to act, say, or think as one desires without being stopped, controlled, or restricted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He enjoyed the freedom to travel wherever he wanted.
Απόλαυσε την ελευθερία να ταξιδεύει όπου ήθελε.
02
απαλλαγή, απαγόρευση
immunity from an obligation or duty
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
freedom
free



























