Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Freebie
01
προωθητικό δώρο, δωρεάν αντικείμενο
something given away without charge, often as a promotional incentive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
freebies
LanGeek



























