Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anesthesiologist
01
αναισθησιολόγος, ιατρός αναισθησιολόγος
a doctor who specializes in giving anesthesia to patients and managing pain during surgery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anesthesiologists
Παραδείγματα
The anesthesiologist ensured the patient was comfortable and pain-free before surgery.
Ο αναισθησιολόγος διασφάλισε ότι ο ασθενής ήταν άνετος και χωρίς πόνο πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
anesthesiologist
anesthesiology
anesthesio



























