Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fraternal
01
αδελφικός (για δίδυμα, που προέρχονται από δύο χωριστά γονιμοποιημένα ωάρια)
(of twins) derived from two separate fertilized ova
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
αδελφικός, ως αδελφός
relating or resembling the characteristics of a brother
03
αδελφικός, σχετικός με αδελφότητα
of or relating to a fraternity or society of usually men
Λεξικό Δέντρο
fraternally
fraternize
fraternal



























