fraternal
Pronunciation
/fɹəˈtɝnəɫ/

Ορισμός και σημασία του "fraternal"στα αγγλικά

01

αδελφικός (για δίδυμα, που προέρχονται από δύο χωριστά γονιμοποιημένα ωάρια)

(of twins) derived from two separate fertilized ova
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

αδελφικός, ως αδελφός

relating or resembling the characteristics of a brother
03

αδελφικός, σχετικός με αδελφότητα

of or relating to a fraternity or society of usually men
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store