Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fowl
01
πτηνό, πουλί
a domesticated bird that is particularly kept for its meat and eggs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fowl
Παραδείγματα
The farmyard was bustling with fowl of all shapes and sizes.
Η αυλή της φάρμας ήταν γεμάτη με πτηνά όλων των σχημάτων και μεγεθών.
02
κρέας πτηνού, πουλερικά
meat of a bird, eaten as food
Παραδείγματα
He was eagerly tracking down wild fowl such as ducks and geese, aiming to bring home a prized bird for a delicious roast dinner.
Κυνηγούσε με ενθουσιασμό πτηνά όπως πάπιες και χήνες, με στόχο να φέρει σπίτι ένα πολύτιμο πουλί για ένα νόστιμο ψητό δείπνο.
to fowl
01
κυνηγώ πουλερικά στο δάσος, καταδιώκω πουλερικά στο δάσος
hunt fowl in the forest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
fowls
ενεστώτα μετοχή
fowling
απλός αόριστος
fowled
παθητική μετοχή
fowled
02
κυνηγώ πουλερικά, κυνηγώ πτηνά
hunt fowl



























