forest fire
fo
ˈfɒ
fo
rest
rɪst
rist
fire
faɪə
faie

Ορισμός και σημασία του "forest fire"στα αγγλικά

01

δασική πυρκαγιά, πυρκαγιά δάσους

an uncontrolled and destructive fire that occurs in a forest or other wooded area 
forest fire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forest fires
Παραδείγματα
The forest fire spread rapidly due to the dry conditions. 

Η δασική πυρκαγιά εξαπλώθηκε γρήγορα λόγω των ξηρών συνθηκών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store