Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forensic
01
επιθεωρησιακός, δικαστικοϊατρικός
related to the use of scientific techniques when trying to know more about a crime
Παραδείγματα
The detective relied on forensic evidence to solve the case.
Ο ντετέκτιβ βασίστηκε σε αστυνομικά στοιχεία για να λύσει την υπόθεση.
02
δικαστικός, μεθοδικός
relating to the formation and presentation of arguments in a reasoned, logical manner
Παραδείγματα
She took a forensic approach, countering each claim with evidence-backed logic.
Προσέγγισε το θέμα με αστυνομική μέθοδο, αντιμετωπίζοντας κάθε ισχυρισμό με λογική υποστηριζόμενη από αποδείξεις.
Λεξικό Δέντρο
forensic
forens



























