Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foreign country
01
ξένη χώρα, ξένο κράτος
any state of which one is not a citizen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foreign countries
LanGeek



























