Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forehead
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foreheads
Παραδείγματα
She wiped the sweat from her forehead after running the marathon under the hot sun.
Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της αφού έτρεξε το μαραθώνιο κάτω από τον καυτό ήλιο.
02
μέτωπο, μετωπικό οστό
the large cranial bone forming the front part of the cranium: includes the upper part of the orbits
Λεξικό Δέντρο
forehead
fore
head



























