foot lever
foot
ˈfʊt
foot
le
li:
li
ver

Ορισμός και σημασία του "foot lever"στα αγγλικά

01

ποδομοχλός, μοχλός ποδιού

a lever that is operated with the foot 
foot lever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foot levers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store