Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foot lever
01
ποδομοχλός, μοχλός ποδιού
a lever that is operated with the foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foot levers
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ποδομοχλός, μοχλός ποδιού