font
font
fɒnt
font
frontfount

Ορισμός και σημασία του "font"στα αγγλικά

01

κολυμβήθρα, βαπτιστήριο

a basin or bowl in a church used to hold water for baptism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fonts
Παραδείγματα
The baby was baptized at the church font. 

Το μωρό βαφτίστηκε στο κολυμβήθρα της εκκλησίας.

02

γραμματοσειρά, φον

a specific size and style of type within a type family 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store