ancient greek
an
ˈeɪn
ein
cient
ʃənt
shēnt
greek
gri:k
grik

Ορισμός και σημασία του "Ancient Greek"στα αγγλικά

01

αρχαία ελληνική, παλαιά ελληνική

the Greek language prior to the Roman Empire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store