Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
follicle-stimulating hormone
/fˈɑːlɪkəlstˈɪmjʊlˌeɪɾɪŋ hˈoːɹmoʊn/
Follicle-stimulating hormone
01
ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη, FSH (ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη)
a hormone that regulates the growth and development of follicles in the ovaries and the production of sperm in the testes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο



























