Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Folk dance
01
λαϊκός χορός, παραδοσιακός χορός
a traditional dance passed through generations, often tied to a specific culture or region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
folk dances
Παραδείγματα
She teaches Kurdish folk dance to children.
Διδάσκει στα παιδιά την κουρδική λαϊκή χορογραφία.
to folk dance
01
χορεύω παραδοσιακό χορό, εκτελώ παραδοσιακό χορό
perform a folk-dance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
folk dance
γ΄ ενικό πρόσωπο
folk dances
ενεστώτα μετοχή
folk dancing
απλός αόριστος
folk danced
παθητική μετοχή
folk danced



























