Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Folk dance
01
λαϊκός χορός, παραδοσιακός χορός
a traditional dance passed through generations, often tied to a specific culture or region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
folk dances
Παραδείγματα
They performed a English folk dance at the festival.
Εκτέλεσαν έναν αγγλικό λαϊκό χορό στο φεστιβάλ.
to folk dance
01
χορεύω παραδοσιακό χορό, εκτελώ παραδοσιακό χορό
perform a folk-dance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
folk dance
γ΄ ενικό πρόσωπο
folk dances
ενεστώτα μετοχή
folk dancing
απλός αόριστος
folk danced
παθητική μετοχή
folk danced



























