flyaway
fly
ˈflaɪ
φλαι
a
ə
α
way
ˌweɪ
ουει
/flˈa‍ɪəwˌe‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "flyaway"στα αγγλικά

01

πετών, δύσκολος στο χτένισμα

(of hair) thin and soft in a way that is hard to keep tidy
flyaway definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flyaway
συγκριτικός βαθμός
more flyaway
διαβαθμίσιμο
02

καπριτσιάρης, φαντασιόπληκτος

guided by whim and fancy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store