Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flyaway
01
πετών, δύσκολος στο χτένισμα
(of hair) thin and soft in a way that is hard to keep tidy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flyaway
συγκριτικός βαθμός
more flyaway
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hair, texture, appearance
02
καπριτσιάρης, φαντασιόπληκτος
guided by whim and fancy
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flyaway
fly
away



























