Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fly the coop
01
το σκάω, φεύγω
flee; take to one's heels; cut and run
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
the coop
βασικό ρήμα
fly
ενεστώτας
fly the coop
γ΄ ενικό πρόσωπο
flies the coop
ενεστώτα μετοχή
flying the coop
απλός αόριστος
flew the coop
παθητική μετοχή
flown the coop



























