flutter
flutter
'flʌtə
flatē
flusterflatterflitter

Ορισμός και σημασία του "flutter"στα αγγλικά

01

πλατάγισμα, τρεμούλιασμα

an abnormally rapid vibration or pulsation of one's heart, particularly in an irregular rhythm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flutters
02

φτερούγισμα, δόνηση

the act of moving back and forth 
03

φτεροκόπημα, ανεμοστρόβιλος

the motion made by flapping up and down 
04

ταραχή, θόρυβος

a disorderly outburst or tumult 
05

ένα παρορμητικό στοίχημα, ένα στοίχημα που γίνεται από καπρίτσιο

a casual or impulsive bet, often made on a whim or without much forethought 
to flutter
01

φτερουγίζω, κυματίζω

to move or flap rapidly and lightly, typically referring to the motion of wings, leaves, or other flexible objects 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
flutters
ενεστώτα μετοχή
fluttering
απλός αόριστος
fluttered
παθητική μετοχή
fluttered
Παραδείγματα
The butterfly's wings fluttered gracefully as it danced from flower to flower. 

Τα φτερά της πεταλούδας φτερούγιζαν κομψά καθώς χόρευε από λουλούδι σε λουλούδι.

02

φτερουγίζω, δονώ

move back and forth very rapidly 
03

πετώ ελαφρά, κινώ γρήγορα και ελαφρά

move along rapidly and lightly; skim or dart 
04

κλείνω το μάτι, ανοιγοκλείνω τα μάτια

wink briefly 
05

παλαμάρω, χτυπάω γρήγορα

(of the heart, etc.) to beat quickly and irregularly, often from excitement or nervousness 
Παραδείγματα
Her heart fluttered when she heard his voice. 

Η καρδιά της παλμοκρότησε όταν άκουσε τη φωνή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store