flutter
Pronunciation
/ˈfɫətɝ/

Ορισμός και σημασία του "flutter"στα αγγλικά

01

πλατάγισμα, τρεμούλιασμα

an abnormally rapid vibration or pulsation of one's heart, particularly in an irregular rhythm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flutters
02

φτερούγισμα, δόνηση

the act of moving back and forth
03

φτεροκόπημα, ανεμοστρόβιλος

the motion made by flapping up and down
04

ταραχή, θόρυβος

a disorderly outburst or tumult
05

ένα παρορμητικό στοίχημα, ένα στοίχημα που γίνεται από καπρίτσιο

a casual or impulsive bet, often made on a whim or without much forethought
to flutter
01

φτερουγίζω, κυματίζω

to move or flap rapidly and lightly, typically referring to the motion of wings, leaves, or other flexible objects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
flutters
ενεστώτα μετοχή
fluttering
απλός αόριστος
fluttered
παθητική μετοχή
fluttered
Παραδείγματα
The curtains fluttered in the open window, letting in the fresh air.
Οι κουρτίνες φτερούγιζαν στο ανοιχτό παράθυρο, αφήνοντας τον φρέσκο αέρα να μπει.
02

φτερουγίζω, δονώ

move back and forth very rapidly
03

πετώ ελαφρά, κινώ γρήγορα και ελαφρά

move along rapidly and lightly; skim or dart
04

κλείνω το μάτι, ανοιγοκλείνω τα μάτια

wink briefly
05

παλαμάρω, χτυπάω γρήγορα

(of the heart, etc.) to beat quickly and irregularly, often from excitement or nervousness
Παραδείγματα
She will flutter with excitement when she opens the gift.
Θα παλαμάρει από τον ενθουσιασμό όταν ανοίξει το δώρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store