flower petal
flower
ˈflaʊə
flawe
pe
pe
tal
təl
tēl

Ορισμός και σημασία του "flower petal"στα αγγλικά

01

πέταλο λουλουδιού, πέταλο

part of the perianth that is usually brightly colored 
flower petal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flower petals

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store