Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flip out
01
χάνομαι, χάνω τον έλεγχο
to suddenly lose control of one's emotions, usually out of anger or frustration
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
flip
ενεστώτας
flip out
γ΄ ενικό πρόσωπο
flips out
ενεστώτα μετοχή
flipping out
απλός αόριστος
flipped out
παθητική μετοχή
flipped out
Παραδείγματα
Do n't flip out; it's not a big deal.
Μην τρελαίνεσαι ; δεν είναι τίποτα σοβαρό.
02
τρελαίνομαι, χάνω την ψυχραιμία μου
react in an excited, delighted, or surprised way



























