flatboat
flat
ˈflæt
φλαιτ
boat
bəʊt
μπεουτ
catboat

Ορισμός και σημασία του "flatboat"στα αγγλικά

01

φορτηγίδα, επίπεδο πλοίο

a flatbottom boat for carrying heavy loads (especially on canals) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flatboats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flatboat

flat

+

boat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store