Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flat-top
01
κούρεμα flat-top, επίπεδο κούρεμα
a man's haircut in which the hair is cut short, standing upright and forming a deck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flat-tops
flat-top
01
με επίπεδη άνω επιφάνεια, επίπεδο στην κορυφή
having a flat or flattened upper surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flat-top
συγκριτικός βαθμός
more flat-top
διαβαθμίσιμο



























