flat-top
Pronunciation
/flˈættˈɑːp/

Ορισμός και σημασία του "flat-top"στα αγγλικά

01

κούρεμα flat-top, επίπεδο κούρεμα

a man's haircut in which the hair is cut short, standing upright and forming a deck
flat-top definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flat-tops
01

με επίπεδη άνω επιφάνεια, επίπεδο στην κορυφή

having a flat or flattened upper surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flat-top
συγκριτικός βαθμός
more flat-top
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store